Ανάλυση: Οι «εκπλήξεις» και οι διοργανωτές των Μουντιάλ (γραφήματα)

Παρουσιάζοντας τα στοιχεία της έρευνας της Statathlon, το gazzetta.gr παρουσιάζει το πλεονέκτημα κάθε χώρας που αναλαμβάνει να φιλοξενήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, καθώς και όσα κάνουν οι ομάδες-εκπλήξεις σε κάθε διοργάνωση.

Στο πιο διάσημο και προβεβλημένο τουρνουά σε όλη την υφήλιο, σε κάθε ομαδικό άθλημα, οτιδήποτε συμβαίνει μπαίνει στο «μικροσκόπιο», αφού και ιστορικά το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν σε ένα Μουντιάλ είναι μεγάλο. Ομάδες που γοητεύουν, φαβορί που απογοητεύουν, μικρές χώρες που συγκινούν και εκτοξεύονται, καθώς και παραδοσιακές δυνάμεις που συγκρούονται και μαγνητίζουν τα βλέμματα, παίζουν υπό διαφορετικές συνθήκες και σε όλο τον κόσμο, αφήνοντας «αιώνιο» αποτύπωμα.

Στην έρευνα της Statathlon εξετάζεται το πλεονέκτημα που αποκτούν οι χώρες που φιλοξενούν το Παγκόσμιο Κύπελλο, καθώς και οι ομάδες που πραγματοποιούν την υπέρβαση. Για τους σκοπούς της, λαμβάνονται υπόψιν τα στοιχεία από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994. Ως «έκπληξη» μιας διοργάνωσης θεωρείται μια ομάδα που έφτασε τουλάχιστον ως τα ημιτελικά, ενώ βρισκόταν κάτω από τη 12η θέση στη γενική κατάταξη της FIFA πριν από το τουρνουά. Η απόδοσή τους θα αξιολογηθεί σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

  • Θέση στην κατάταξη της FIFA 1 χρόνο πριν και μέχρι 5 χρόνια μετά από κάθε τουρνουά
  • Απόδοση σε σημαντικούς διεθνείς διαγωνισμούς νέων (από U – 16 έως U – 21) σε μια περίοδο 5 χρόνων πριν και μετά από κάθε τουρνουά. Η ελάχιστη προϋπόθεση είναι να φτάσουν στα ημιτελικά
  • Μέση προσέλευση στην πρώτη κατηγορία των εθνικών πρωταθλημάτων από 1 χρόνο πριν ως 6 χρόνια μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο

ΜΟΥΝΤΙΑΛ= ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σκοπός της FIFA ήταν ανέκαθεν να διαδώσει το ποδόσφαιρο σε όλο τον κόσμο και ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, από το 1930 κιόλας και την πρώτη διοργάνωση, ήταν να αναλαμβάνουν πολλές διαφορετικές φόρες να το φιλοξενούν, είτε πρόκειται για τέτοιες με παράδοση, όπως η Αγγλία, η Γερμανίακαι η Βραζιλία, αλλά και άλλες που επιλέχθηκαν με άλλα κριτήρια (π.χ. ΕλβετίαΝότια Αφρική και φυσικά το Κατάρ το 2022). Συνολικά, περίπου 37 εκατομμύρια έχουν παρακολουθήσει 836 αγώνες, με τα τουρνουά να διεξάγονται με επιτυχία ή και όχι.

Όπως είναι γνωστό, οι χώρες που αναλαμβάνουν το ρόλο του «οικοδεσπότη» δεν δίνουν προκριματικά και παίρνουν απευθείας το «εισιτήριο» για την τελική φάση. Διαφορετικά, χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες (1994), η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα (2002), η Νότια Αφρική (2010) και η Ρωσία (2018) ίσως δεν είχαν καταφέρει να δώσουν το «παρών». Ειδικά στην περίπτωση των ΗΠΑ, που απείχε από τη διοργάνωση από το 1950 και δεν είχε καν κορυφαία επαγγελματική κατηγορία στη χώρα, έδειξε τη διάθεση της παγκόσμιας ομοσπονδίας να «μάθει» στους Αμερικανούς ποδόσφαιρο και τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται.

Σε κάθε χώρα που διοργανώνει ένα Μουντιάλ αυξάνεται το ενδιαφέρον για το άθλημα, φτιάχνονται γήπεδα, βελτιώνονται οι υποδομές και συνολικά όλοι «χορεύουν» στο ρυθμό του τουρνουά. Ο παρακάτω πίνακας απεικονίζει τη μεταβολή του ΑΕΠ σε κάθε χώρα από δυο χρόνια πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο έως και δυο χρόνια μετά. Το βλέμμα πέφτει κυρίως στη Γαλλία (1998) και τη Βραζιλία (2014), αλλά για αντίθετους λόγους.

(Πηγή: Statathlon από Bloomberg)

ΟΙ «ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ» ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ

Συνολικά στο ποδόσφαιρο η έκπληξη είναι αυτή που το κάνει απρόβλεπτο και άρα ενδιαφέρον. Κάθε φορά ανά τέσσερα χρόνια υπάρχει τουλάχιστον μία εθνική ομάδα που καταφέρνει να προσπεράσει τα εμπόδια και να φτάσει στους «8», στους «4» ή και στον τελικό. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη νίκη της Σενεγάληςεναντίον της Γαλλίας το 2002 ή την Τουρκία και τη Νότια Κορέα να συμπληρώνουν τη Βραζιλία και τη Γερμανία στα ημιτελικά. Δώδεκα χρόνια νωρίτερα, το Καμερούν έγινε η πρώτη ομάδα της Αφρικής που έπαιρνε την πρόκριση για τα προημιτελικα.

Αυτό άλλες φορές ευνόησε την παραγωγή παικτών που στη συνέχεια πρωταγωνίστησαν σε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, όπως η Νιγηρία, που μετά την πρόκριση στους 16 το 1994 είδε μια «φουρνιά» παικτών όπως ο Ομπαφέμι Μάρτινς, ο Τζον Όμπι Μίκελ, ο Τζέι-Τζέι Οκότσα, ο Νουάνκο Κανού να παίζουν στο υψηλότερο επίπεδο. Αντίθετα, για τη Βουλγαρία, που έφτασε ως τα ημιτελικά την ίδια χρονιά, δεν υπήρξε αντίστοιχη επίδραση στο εγχώριο ποδόσφαιρο και πλην του Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ, κανείς άλλος Βούλγαρος δεν μπόρεσε να διακριθεί.

Κατά τ’ άλλα, αξίζει να αναφερθεί η αύξηση του ΑΕΠ για τις χώρες που κατακτούν την κούπα. Ειδικά για τη Βραζιλία (1994, 2002) η διαφορά ανάμεσα στο «πριν» και στο «μετά» την επιτυχία υπήρξε αξιοσημείωτη, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

(Πηγή: Statathlon από Bloomberg)

«ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ» Η ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΗΣ FIFA

Από όλες τις ομάδες που έφτασαν στα προημιτελικά από το 1994, η Σενεγάλη το 2002 είναι αυτή που «ξεκίνησε» από τη χαμηλότερη θέση (#42). Η νίκη του εναντίον της Γαλλίας, πρωταθλήτριας κόσμου 1998, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του θεσμού. Τα «λιοντάρια της Τεράνγκα» τερμάτισαν τελικά στην  θέση, χάνοντας στην παράταση από την Τουρκία στα προημιτελικά, όμως η παρακαταθήκη υπήρξε μεγάλη, αφού από την επιτυχία ξεκίνησε η αναβάθμιση του ποδοσφαίρου της χώρας. Από το #89 το 2001, η Σενεγάλη δεν κατατάχθηκε ποτέ κάτω από το #51 έως το 2008.

Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις διοργανωτών. Μετά τη διοργάνωση του 2002, η Ιαπωνία κέρδισε δύο Ασιατικά Κύπελλα (2004, 2011), ενώ η Νότια Κορέα βρίσκεται συνήθως στις πρώτες 40 θέσεις της κατάταξης της FIFA, παίρνοντας το εισιτήριο για όλα τα Μουντιάλ έκτοτε, ενώ ως το 1986 ουσιαστικά δεν υπήρχε στον «χάρτη», με μόλις μια συμμετοχή. Ακόμα και η Γερμανία που «μπήκε» στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 ως #19 είναι η μόνη εθνική ομάδα που δεν έχει καταταγεί ποτέ κάτω από το #6 από τότε.

(Πηγή: Statathlon)

Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία αποτελεί τον ορισμό της «φωτοβολίδας», αφού μόλις τρια χρόνια μετά την ολοκλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1994, είχε ήδη πέσει από το #16 στο #36 κι έφτασε στο #53 το 2000. Αυτό συνέβη και στη Νότια Αφρική, στην Γκάνα και στην Παραγουάη μετά το 2010. Παρόλο που τα πρώτα δύο χρόνια βελτίωσαν την κατάταξή τους, σύντομα καταποντίστηκαν.

(Πηγή: Statathlon)

Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΑΤΩΝ ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ

Στο τέλος, αξίζει να ερευνηθεί αν η διοργάνωση γιγαντώνει το ενδιαφέρον ενός λαού για το ποδόσφαιρο κι αν τα ολοκαίνουργια και σύγχρονα γήπεδα που κατασκευάζονται για το Μουντιάλ γεμίζουν από φιλάθλους που είδαν το άθλημα με άλλο «μάτι».

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, ένας από τους κύριους στόχους του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1994 ήταν να εισαγάγει το ποδόσφαιρο σε μια εντελώς νέα, αλλά πολύ ελπιδοφόρα αγορά. Σύμφωνα με αξιωματούχους της FIFA, «οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μόνη μη κατακτημένη ήπειρος στον ποδοσφαιρικό κόσμο» (Janofsky, 1988). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι αυτό επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό. Η «American Professional Soccer League» ήταν το de facto κορυφαίο επαγγελματικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στη χώρα μεταξύ 1990 και 1995. Η μέση προσέλευση στην εναρκτήρια σεζόν του MLS ήταν 17.406 θεατές, υψηλότερη από το NBA ή το NHL. Τα επόμενα τρια χρόνια υπήρξε μια μέση μείωση 6,1%, ωστόσο ήταν προφανές ότι το ποδόσφαιρο είχε «μπει» στη ζωή των Αμερικανών.

(Πηγή: Statathlon)

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχει η αντίθεση μεταξύ των χωρών με παράδοση και ιστορία στο ποδόσφαιρο (Γαλλία, Γερμανία, Βραζιλία) και εκείνων με πολύ μικρότερη (Νότια Αφρική, Νότια Κορέα, Ιαπωνία). Στις τρεις πρώτες χώρες παρατηρήθηκε αύξηση της μέσης συμμετοχής τους, ενώ στις δεύτερες, με εξαίρεση την Ιαπωνία, τα αποτελέσματα δεν ήταν ίδια. Ειδικά η περίπτωση της Νότιας Αφρικής, η μέση προσέλευση έξι χρόνια μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010 ήταν περίπου 40% λιγότερο από το 2009.

(Πηγή: Statathlon)

Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της επιτυχίας μιας εθνικής ομάδας και της δημοτικότητας του εγχώριου πρωταθλήματος. Η Νότια Κορέα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Από 14.651 θεατές το 2009,  ο αριθμός μειώθηκε σε 10.214 επτά χρόνια αργότερα. Οι δύο κύριοι λόγοι ήταν η κακή απόδοση των «Taegeuk Warriors» κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καθώς και η φυγή μερικών από τους καλύτερους Κορεάτες παίκτες προς ιαπωνικούς ή ευρωπαϊκούς συλλόγους.

Όπως μπορεί να συναχθεί από τα σχετικά αποτελέσματα, οι διοργανώτριες χώρες συνήθως επωφελούνται μακροπρόθεσμα από ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, κυρίως πετυχαίνοντας σημαντικά επιτεύγματα στα τουρνουά και φέρνοντας περισσότερους οπαδούς στα γήπεδα. Αυτό ήταν πιο εμφανές σε περιπτώσεις όπως της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Βραζιλίας.

Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα όμως για τις ομάδες που «σοκάρουν» ανά Παγκόσμιο Κύπελλο. Εκτός από την Κροατία, την Τουρκία και την Ουρουγουάη, οι υπόλοιπες δεν μπόρεσαν να αποκομίσουν κέρδη από την επιτυχία τους, σπέρνοντας άγονους καρπούς.

Διαβάστε την πρωτότυπη έρευνα εδώ: World Cup Benefits for Host and Overachieving Nations

 

Η Statathlon είναι η πρώτη ελληνική startup που ασχολείται με την πρωτογενή επιστημονική έρευνα στο χώρο του αθλητισμού. Περισσότερα στο http://statathlon.com/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here