Αφτιασίδωτη αγάπη

Μαράθηκαν οι γαρδένιες στην αυλή. Κι η μάνα, μαράθηκε κι αυτή πλάι σε δαύτες. Μα της το ‘χα πει της λουλουδο –ξεμυαλισμένης «μη θάβεις τις γαρδένιες στο γκαζόν».

της Μαριλένας Μπουμπάρη

Θέλουν όρια και προδιαγραφές. Θέλουν να ξέρουν μέχρι πού τραβά η ρίζα τους, ειδάλλως ξαλεγράρουν, χάνονται στη δροσιά του υγρού χώματος, το νιώθουν στεριά παντοτινή, -αριβάρουν τότε και τα πρωτοβρόχια-τι τα θες, και γίνονται μονάχες τους περίγελος. Ξεραίνονται με μιας, τα φύλλα τους σκορπούν και χάνουν τα άνθη τους για πάντα.

Στο ‘χε πει βρε μάνα κι ο ανθοπώλης «είναι μειλίχια πλάσματα τούτα τα λουλουδικά, ευγενικά και συμπονετικά» – να ‘ξερες πώς σου μοιάζουν! Θέλουν στοχοπροσήλωση, θέλουν συντροφιά και αγάπη μέχρι δειλά μπουμπούκια να πετάξουν. Θέλουν στοργή, σα να ‘ναι παιδιά γιατί εύκολα βουρκώνουν.

Μα εσύ πράμα δεν άκουσες. Και να, εκείνο το πρωινό, το βουτηγμένο στην αχλή, μες τη χλεμπονιάρα ατμόσφαιρα, τις λαστιχένιες μπότες φόρεσες. Βάλθηκες καταχείμωνο γαρδένιες να σκοτώσεις. Και πήγες και τις έθαψες εκεί πλάι στους κισσούς με την κιμπάρικη ψυχραιμία, ευθύς εμπρός στην πόρτα. Τις έβαλες να τους κοιτούν μήπως το μπόι τους και μοιάσουν.

Εκεί, τις αγαπημένες σου αποχαιρέτησες, σα να ‘ξερες ο χρόνος πως τελειώνει. Και είδα τότε μια ευτυχία στα χείλη σου –πού τάχα τη βρήκες; Ανέβηκες τις σκάλες μούσκεμα στα τέλη του Οκτώβρη: «Μονάχα ήθελα να τις ελευθερώσω», αυτό θυμάμαι είπες. Σε γάργαρο γέλιο ξέσπασες και χάθηκες στις μνήμες.

*Ευχαριστώ την Τάνια Κολέσκα για την παραχώρηση της φωτογραφίας.