Βέβαιο είναι, πως, χιλιάδες χιλιάδων (και πιο πολύ) χρόνια πριν, τούτοι οι βράχοι, ήταν ένας. Μεγάλος. Ψηλός. Ίσα με τον πάτο τ’ Ουρανού έφτανε. Πέτρα. Σκέτη πέτρα. Μήτε χορταράκι φύτρωνε γιατί, δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή άπετρης γης. Αντιστέκονταν στους καιρούς, ώσπου τα νερά που, απ’ τον Ουρανό, ξεχύλισαν κάποτε, βάλαν σκοπό να τον διαλύσουν και άρχισαν να τον σφυροκοπούν αδιάκοπα. Με δόλο και ύπουλα. Από χαμηλά. Όχι απ’ τα θεμέλια αλλά, χαμηλά.

Της Βιβής Φαρσαλιώτου – Ιατρού

Και στιγμή τη στιγμή, χρόνο το χρόνο, αιώνα τον αιώνα, αγριεμένα κι ανυπότακτα, τον σκίσαν στα δυο για να χωρέσει να περάσει η αφεντιά και η αρχοντιά του. Έναν δεξιά άφησαν, κι έναν αριστερά. Για να στέκονται προσοχή και να υποβάλουν σέβη και τιμή κάθε στιγμή, κάθε χρόνο, κάθε αιώνα που περνά ανάμεσά τους βιαστικός και περήφανος, πλούσιος, , απειλητικός, φοβιστικός αλλά και ελεήμων νικητής.

Σε πολλές μεριές των βράχων, ανοίξαν, απ’ τον πόνο, πληγές. Τρύπες θεόρατες. Όχι τρύπες για να κουρνιάζουν πουλιά. Ίσως τρύπες για να φωλιάζουν θηρία. Τα κομμάτια που περίσσευαν απ’ τα ανοίγματα, πέφταν στη μέση και κάνουν τα νερά καταρράχτες. Και με την ορμή και τη δύναμη που χτυπούν τις πλευρές τους, τις λειαίνουν και τις στρογγυλεύουν. Σαν βούτυρο, υποκύπτουν οι πέτρες στον αφέντη Νερό. Σε κάποια ανοίγματα, εκεί επάνω ψηλά, που θαρρείς, μόνο απ’ τον Ουρανό έχει δίοδο, και πουθενά μα πουθενά δεν έχεις να πας προς τα δω ή στα κείθε, λένε, Ασκητές διαβίωσαν. Και δεν σε νοιάζει τι τους έθρεφε και τι τους πότιζε, δεν σε νοιάζει πώς έφταναν οι προσευχές τους στον Ουρανό, μέσα από τόσο θόρυβο που κάνει στο τρέξιμό του το νερό, δεν σε νοιάζει πώς μπορεί η ψυχή τους να ξεπερνούσε και να ηρεμούσε απ’ των θηρίων, του νερού και του σκότους τον φόβο, αλλά, ποιανού θνητού η αγκαλιά, τους κατέβασε τα Σκηνώματα απ’ εκεί, αναρωτιέσαι …..

Εκεί που κόβεται η φόρα του ποταμού, λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ τα στενέματα των βράχων, εκεί, στο πρώτο πλάτωμα της γης, εκεί που το χρώμα της μέρας παύει να είναι γκρίζο του βράχου και παίρνει το φως του ήλιου, μαζεύεται και ξαποσταίνει ο Ποταμός. Γύρω τριγύρω φυτρώνουν βελανιδιές και κρύβονται πουλιά ανάμεσά τους. Και ως εκεί πάνε και τρέφονται θηρία τρανά και μικρότερα. Εκεί, στο μέσον του ευεργετηθέντος πράσινου, σχηματίζεται μια λίμνη –θα την πεις. Αλλά, δεν είναι λίμνη. Η λίμνη έχει στάσιμα νερά, νωχελικά και τεμπέλικα. Μήτε και θάλασσα θα την πεις. Η θάλασσα κινείται πάντα, αλλά είναι μεγάλη και θεόρατη και , αν και έχει όρια, σπάνια τα φανερώνει. Γιατί είναι περήφανη.

Τούτη η ποταμολιμνοθάλασσα, μιας ανάσας περίμετρο έχει. Λίγο πιο πολύ είναι το βάθος της, καθώς, ποτέ δεν σταματά να τη σκάβει ο ποταμός που με δύναμη πέφτει πάνω της απ’ τα τελευταία βράχια που ξεσκίζει.

Εκεί, παίρνουν οι Πατεράδες του χωριού τους γιους τους για να τους μάθουν κολύμπι. Εκεί, τους βαπτίζουν αντρειοσύνη. Κρυφά –πολλές φορές- απ’ τις Μάνες, για να μην τις ταράσσουν την καρδιά από φόβο κι ανησυχία. Και τούτες οι Μάνες, μοναχά άμα κοιτούν από την άκρη του χωριού να γυρίζουν, με ανάκατα τα παιδικά κεφαλάκια, με τα μαλλιά άλλα πάνω κι άλλα πέρα απ’ τη χωρίστρα που τους φτιάξαν χτενίζοντάς το πρωί, με τα πόδια τους ξεκάλτσωτα και κολλημένα λασποχώματα ως τα γόνατα, πιτσιλιστά, μοσχομυρισμένα όμως από σαπούνι πράσινο και δροσιά, και τους Πατεράδες, με ριγμένη την πετσέτα στον ώμο, το πράσινο σαπούνι πλάκα- ένα με το αριστερό τους χέρι, στραβοφορεμένο το ψαθάκι τους και το υψηλόγελο κρυμμένο κάτω απ’ το μουστάκι τους, τότε, τότε που το αγόρι τους μοιάζει να φτάνει στη στάθμη του Ήλιου, τότε, τις αφήνουν τις καρδιές τους λεύτερα να ξε-φυσήξουν, σαν καλοκαιρινή αύρα, και ανοίγουν τις αγκαλιές τους για να χωρέσουν Αντρες πια, τα ‘ρσενικά που γέννησαν! Κι αρχίζουν τότε, τούτα τα παιδιά που γινήκανε Άντρες, να εξιστορούν και να λένε, πόσο πολύ τρέχανε τα νερά του Ποταμού, και πόσο δυνατά χτυπούσαν στα βράχια και πόσο κρύα ήταν, και πόσο σε τύφλωνε ο ήλιος από ψηλά ως μέσα στα βάθια της ποταλιμνοθάλασσας, και πόσο τα μεγάλα ψάρια που προσπαθούσαν να σταθούν κι αυτά εκεί μέσα τρόμαζαν απ’ την παρουσία τους και φεύγαν άρον των άρον απ’ την άκρη του ποταμού, και πόσο μεγάλη ήταν η σαμπρέλα του γείτονα που πήραν για να βουτήξουν, και πόσο γερά την κρατούσε ο Πατέρας δεμένη απ΄ την άκρη της τριχιάς, και πόσο γλιστρούσαν μέσα σ’ αυτήν, και πόσο γενναία και με ευκολία περισσή κολυμπούσαν και πόσο ξαφνικά την χάσανε στο ξέρασμα του νερού και πόσο βαθιά τους πήρε το νερό και πόσο, με μια ανάσα, και δύναμη και θάρρος και, ένα σάλτο δώσανε και βγήκανε στην επιφάνεια, χωρίς στάλα ποταμού να πιουν, χωρίς ούτε γκουχ να κάνουν για να ανασάνουν, χωρίς καν να χρειαστεί να πέσει ο Πατέρας τους να τα σώσει, χωρίς, καν, μια αμυχή γίνανε Άντρες!

Από την άλλη άκρη της ποταλιμνοθάλασσας, μιας απλής, δηλαδή, λακούβας όπου στέκεται και ανασυντάσσεται, ξεχειλίζει πάντα ο Ποταμός και ξαναορμάει παίρνοντας φόρα και ξαναπηδάει απ’ τους επόμενους βράχους και τρέχει προς τα κάτω και συνεχίζει το αέναο ταξίδι του προς τον Ωκεανό. Φρέσκος, καθαρός, πλημμυρισμένος από παιδική αθωότητα, διακαείς, ανομολόγητους και, συχνά, απραγματοποίητους, Πατεράδων πόθους, ατέρμονες αγωνίες και λαχτάρες Μανάδων, μοσχομυρισμένος από πράσινο σαπούνι πλάκα.
ΒΙΦ 19-9-17