Καστοριά – Προϊστορία και Φύση


Στοιχεία για κατοίκηση στην περιοχή ανιχνεύονται ήδη από τη νεολιθική εποχή.. Η πόλη αποτέλεσε ένα σημαντικό κόμβο στη Δυτική Μακεδονία μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Η στρατηγική της θέση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτιστική και την οικονομική της ανάπτυξη και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της Μακεδονίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Κοντά στο χωριό Νόστιμο (στη νοτιοδυτική πλευρά του νομού) υπάρχει το Απολιθωμένο Δάσος, τη μελέτη και ανάδειξη του οποίου έχει αναλάβει ο καθηγητής Παλαιοντολογίας και Παλαιοβοτανικής Ευάγγελος Βελιτζέλος. Πριν από 15-20 εκατομμύρια χρόνια, οι προσχώσεις των ποταμών σχημάτισαν ένα τεράστιο δέλτα, στο οποίο δημιουργήθηκε ένα άγριο υποτροπικό δάσος με οξιές, καστανιές, βελανιδιές και φοίνικες.
Η λάβα και η ηφαιστειακή στάχτη που σκέπασαν, σε κάποια φάση, το δάσος συνετέλεσαν στην απολίθωση. Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά. Κορμοί μήκους 5-10 μέτρων και διαμέτρου 50-80 εκατοστών, στους οποίους διακρίνεται ο φλοιός και οι δακτύλιοι και ανάμεσά τους οι μοναδικοί απολιθωμένοι φοίνικες που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η ανασκαφή έφερε επίσης στο φως θαλάσσια απολιθώματα όπως κοχύλια, σαλιγκάρια, αστερίες, μύδια, καθώς και το δόντι ενός τεράστιου καρχαρία. Στο μικρό Μουσείο Απολιθωμένου Δάσους που βρίσκεται στο Νόστιμο, θα θαυμάσετε τα μοναδικά αυτά ευρήματα.(τηλ.24670 84588,84566).

Ο προϊστορικός οικισμός του Δισπηλιού είναι ένας από τους αρχαιότερους λιμναίους οικισμούς που ανακαλύφθηκαν στην Ευρώπη και μας δίνει μια πλήρη εικόνα ενός πρώιμου πολιτισμού με θαυμαστά επιτεύγματα. Η πρώιμη φάση του χρονολογείται γύρω στο 5500π.Χ. Η ανακάλυψη του χώρου έγινε τυχαία, το 1932, από τον καθηγητή πανεπιστημίου Α. Κεραμόπουλο, ενώ οι συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1992 από τον καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γ.Χουρμουζιάδη. Ο αρχαιολογικός χώρος του Δισπηλιού και το Οικομουσείο βρίσκονται σε απόσταση 7 χιλιομέτρων από την πόλη, στην νότια πλευρά της λίμνης.

Οι κάτοικοι έμεναν σε καλύβες που έχτιζαν μέσα στη λίμνη , πάνω σε πασσαλόπηκτες πλατφόρμες. Οργάνωναν και χρησιμοποιούσαν το χώρο με τρόπο αξιοθαύμαστο. Τα 3.000 άτομα που ζούσαν εδώ ψάρευαν, κυνηγούσαν, καλλιεργούσαν τη γη, εξέτρεφαν κατοικίδια ζώα, κατασκεύαζαν εργαλεία και σκεύη, γνώριζαν τη γραφή και τη μουσική. Στο διαμορφωμένο χώρο υπάρχουν καλύβες πάνω σε πασσαλόπηκτες πλατφόρμες, κατασκευασμένες σε φυσικό μέγεθος και με υλικά παρεμφερή με τα αυθεντικά. Κορμοί δένδρων χρησιμοποιήθηκαν για τον σκελετό, λεπτά κλαριά πλεγμένα με σκοινί για τους τοίχους, λάσπη από τη λίμνη για τον «σοβά» και άχυρα για τις στέγες. Στο εσωτερικό αυτών των κατοικιών των νεολιθικών ανθρώπων της λίμνης υπάρχουν αντικείμενα καθημερινής χρήσης.
Ανάμεσα στα σημαντικά ευρήματα του Δισπηλιού περιλαμβάνονται μια ξύλινη ενεπίγραφη πινακίδα, μια βάρκα από μονοκόμματο ξύλο και φλογέρες από κόκαλο πουλιού από τις αρχαιότερες στην Ευρώπη. Δίπλα στο χώρο της ανασκαφής έχει διαμορφωθεί το Οικομουσείο, μια πιστή αναπαράσταση μέρους του λιμναίου οικισμού, σύμφωνα με τη σύγχρονη μουσειολογική αντίληψη. Η ανασύνθεση του προϊστορικού οικισμού, μυεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, τον επισκέπτη στη ζωή των ανθρώπων της νεολιθικής εποχής.
Με τη δημιουργία του Οικομουσείου, που εντάχθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος “Life” από το 1996, και είναι σε λειτουργία από το 2000, επιχειρήθηκε μια πιστή αναπαράσταση του οικισμού που δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη να προσεγγίσει καλύτερα τον τρόπο ζωής των κατοίκων του. (τηλ.24670 85406)

Ένα άλλο χωριό γεωργοκτηνοτρόφων της 6ης και 5ης χιλιετίας ερευνάται στην αγροτική και λοφώδη περιοχή της Αυγής, 7 χλμ νότια από το Άργος Ορεστικό. Η αρχαιολογική έρευνα της θέσης άρχισε το 2002 και πραγματοποιείται από τη ΙΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων - ΥΠΠΟ με υπεύθυνη και επικεφαλής πολυμελούς επιστημονικής ομάδας την αρχαιολόγο Δρα Γεωργία Στρατούλη.
Ο νεολιθικός οικισμός της Αυγής ιδρύθηκε πριν από 7500 χρόνια (~5650 π.Χ.). Στη διάρκεια των περίπου 1000 χρόνων ζωής του αναπτύχθηκε σε επιφάνεια 50-60 στρεμμάτων και περιβαλλόταν από τάφρους.
Στο τοπίο της θέσης (υψόμετρο 740 μ.), που ήταν πλούσιο σε υδρορέμματα, κυριαρχούσαν δάση από βελανιδιές και μαύρη πεύκη και ακόμη υγρόφιλη βλάστηση (π.χ. ιτιές, φτελιές). Το περιβάλλον ευνοούσε την καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων, όπως σιτάρι, λαθούρι, φακή, καθώς και τη βοσκή οικοδίαιτων. Ακόμη, τη συλλογή καρπών και φρούτων (π.χ. σύκα, βατόμουρα, κράνα), το κυνήγι και το ψάρεμα, αλλά και την προμήθεια πρώτων υλών για δόμηση (οικήματα, φούρνοι) και κατασκευή εργαλείων και σκευών (π.χ. μυλόλιθοι, πελέκεις, αγγεία).