Ακόμα και η μυρωδιά των σχολικών βιβλίων ξεθώριασε. Πού πήγε η σχολική αθωότητα; Πού μετανάστευσε η σπινθηροβόλα λάμψη των ματιών λίγες ώρες πριν ανοίξουν τα σχολεία; Τα βιβλιοπωλεία και τα μεγάλα επώνυμα καταστήματα βρίθουν από κόσμο. Φωνές άναρθρες, χωρίς μουσικότητα. Λίγα λόγια, φτωχά κι αυτά περιορίζονται στα εξής: «Όχι! Φτάνει! Δε χρειάζεσαι καινούρια τσάντα φέτος. Δεν έχουμε λεφτά!».

της Μαρίας Πολίτη, Νηπιαγωγού

Εντάξει, δεν έχουμε λεφτά. Οι μέρες που διανύουμε είναι αυτές των ισχνών αγελάδων. Μα ο ενθουσιασμός, το καρδιοχτύπι, η αγωνία για τον καινούριο δάσκαλο στην τάξη πού πήγαν όλα αυτά; Μαζί με τα λεφτά, μάλλον, και τα συναισθήματα διάγουν ημέρες ισχνών αγελάδων.

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Το σετ της τσάντας με την κασετίνα, τα τετράδια, τα μολύβια, οι σβήστρες, εν ολίγοις όλα τα σχολικά δεν προκαλούν καμία συγκίνηση, καμία χαρά, αν δεν έχουν τη φιγούρα του αγαπημένου υπερήρωα. Ακόμα και η χαρά καταναλώθηκε σε μεγάλες δόσεις την εποχή των παχιών αγελάδων. Τα αθλητικά παπούτσια και οι φόρμες είναι ήδη απαξιωμένες και καθόλου ευπρόσδεκτες αν δεν προέρχονται από γνωστά αθλητικά καταστήματα. Θύμα του καταναλωτισμού και η αξιοπρέπειά μας. Δεν είμαι καλός γονιός αν δεν μπορώ να αγοράσω στα παιδιά μου φιρμάτα ρούχα, να ντύσω τη φτώχια μας με επώνυμα υφάσματα. Λίγες ώρες πριν χτυπήσει το κουδούνι του αγιασμού και αντί να ακούγονται παντού χαρές και γέλια, επικρατεί κατήφεια και πανικός.

Νιώθουμε «λίγοι» γιατί δε μπορούμε να αγοράσουμε στα παιδιά μας όλα αυτά τα αστραφτερά που ονειρεύονται. Ο ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στη ντροπή, γιατί ο μισθός δε φτάνει για τις ατελείωτες ώρες φροντιστηρίου. Κι έτσι μάθαμε να συνθλίβουμε μέσα μας κάθε σπίθα χαράς. Είμαστε «λίγοι». Τα λεφτά δε φτάνουν.

Ωστόσο και κάποιες άλλες εποχές τα λεφτά δεν ήταν αρκετά. Έφτανε όμως κάτι που ζούσε μέσα μας, να μας χτίζει την πίστη ότι όλα θα πάνε καλά. «Το νοιάξιμο», έτσι το έλεγε η γιαγιά μου. «Το ενδιαφέρον», το ονόμαζε ο πατέρας μου. «Η ενσυναίσθηση» είπαν οι ψυχολόγοι και με μια λέξη τόσο βαριά απογύμνωσαν την εποχή μας.

Θεωρίες. Ποιος νοιάζεται για ατέρμονες, κενές συζητήσεις; Κανείς δεν ακούει κανέναν. Μόνο μιλάμε. Υπολογίζουμε. Μετράμε. Μαθηματικοποιήσαμε την ύπαρξή μας. Ο Ελύτης αυτό το αποδίδει πολύ καλύτερα από μένα στο δοκίμιό του «Η μέθοδος του άρα». Πόσο είχε ακροαστεί, αυτός ο άνθρωπος, το σήμερα! Στο παρακάτω απόσπασμα αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας, στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία. Οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μια ευκολία που είναι να απορείς: συν, πλην διά, επί – άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο “άρα” και να έχεις έτοιμη την απάντηση. Άρα, μήπως χρειάζεσαι ένα διαφορετικό “άρα” που να είναι αποτέλεσμα κάποιων άλλων συστημάτων και αλλιώς αποδεικτέων μαθηματικών; Ίσως είναι ανάγκη στα παιδιά μας να διδάσκουμε μαζί με τα μαθηματικά που οδήγησαν στο “άρα” της τεχνολογίας και κάποια “λυρικά” μαθηματικά που να οδηγούν και στο “άρα” της ευαισθησίας, που διπλασιάζει την ικανότητα σου να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μία πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας». (Οδ. Ελύτης).