Τικ-τακ: Ο χρόνος είναι κρίμα (μέρος 3)

Τικ-τακ-τικ-τακ…
Το ρολόι στον τοίχο μετράει ώρες ανίας. Περιμένεις να σχολάσεις. Σπαταλάς τον χρόνο σου για να βρεις τον χρόνο σου. Μάλλον σπαταλάς τον χρόνο σου που έχεις ανταλλάξει με χρήμα για να βρεις τον πραγματικά ποιοτικό σου χρόνο. Τον δικό σου χρόνο που μπορείς να τον κάνεις ότι θέλεις.

Του Σάκη Καρανικολόπουλου

Αυτός ο χρόνος θα έπρεπε να είναι ο κανόνας.
Στην Αρχαία Αθήνα οι φιλόσοφοι περιφρονούσαν την εργασία. Μόνο δούλοι ήταν επιτρεπτό να δουλεύουν. Όχι οι ελεύθεροι πολίτες.

“Κάθε εργασία επί πληρωμή αποσπά και φθείρει το μυαλό” έλεγε και δίδασκε ο Αριστοτέλης.

Ο Χριστός στην επί του όρους ομιλία του, εξυμνούσε το ραχάτι και την τεμπελιά: “Παρατηρήστε τα κρίνα του αγρού πως αναπτύσσονται. Δεν κοπιάζουν, ούτε υφαίνουν φορεσιές. Παρατηρήστε προσεκτικά τα πουλιά του ουρανού· δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν σε αποθήκες, και όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει”. [Ματθαίος 6:26]

Ακόμα και ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και μετά άραξε in saecula saeculorum (εις τον αιώνα των αιώνων).
Εργάστηκε έξι μέρες και ξεκουράστηκε για όλη την αιωνιότητα! Όχι μόνο για μια Κυριακή.

 

Πως φτάσαμε λοιπόν να θεωρούμε ηθικό το “μεροδούλι μεροφάϊ”. Πως φτάσαμε να γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στίχους σαν αυτούς;
Μη βαριοχτυπάς τις χάντρες,
η δουλειά κάνει τους άντρες,
το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί.

 

Η δουλειά έγινε σύμβολο δύναμης, σύμβολο ανδρισμού, σύμβολο δημιουργίας.

Όμως όχι με την ωφέλιμη έννοια. Αλλά με μια αφηρημένη έννοια της εργασίας.

Ο χρόνος της αφηρημένης εργασίας είναι το κυνήγι της ανεκπλήρωτης επιβράβευσης.

Δούλευε, ξόδευε τον ωφέλιμο χρόνο σου,  για να μαζέψεις χρήματα και να έχεις όσο ωφέλιμο χρόνο θες.

Αν δεν δουλέψεις θα πεινάσεις. Κανείς δεν θα σου δώσει να φας…
Γιατί όμως πρέπει να σου δώσει κάποιος άλλος να φας; Επειδή πλέον δεν ελέγχεις την παραγωγή των διατροφικών προϊόντων. Δεν σου ανήκουν τα χωράφια που σπέρνεις, αφού τα σπέρνεις όχι για να τραφείς, αλλά για να πουλήσεις την σοδειά σου και να την μετατρέψεις σε χρήμα. Να γίνει κεφάλαιο που θα μπει σε κίνηση την επόμενη χρονιά, για να ξανασπείρεις και να ξαναπουλήσεις την σοδειά σου. Δεν είσαι αγρότης. Είσαι ένας βιομήχανος της γης!

Δεν σου ανήκουν τα μηχανήματα που φτιάχνουν γούνες. Σου παραχωρούνται μαζί με ένα μισθό κι εσύ πουλάς τον χρόνο σου και το τομάρι σου σε κάποιον λεφτά για να παράγεις γούνες για άλλους. Ένα εμπόρευμα που ίσως εσύ να μην αποκτήσεις ποτέ.
Ένας τρόπος λοιπόν να επανακτήσεις τον ωφέλιμο χρόνο σου, είναι να αποκτήσεις τα εργαλεία που παράγουν και των οποίων έγινες σκλάβος τους επί πληρωμή. Μάλλον καλύτερα έγινες κι εσύ μηχάνημα παραγωγής. Και σου ζητάνε περισσότερο, περισσότερο. Να αυξηθούν οι παραγωγικοί δείκτες της οικονομίας. Να έρθει επιτέλους η ανάπτυξη. Κι όλο αυτό παραδόξως το αποκαλούνε “πρόοδο”!

“Δουλεύουμε για να τρώμε για να παίρνουμε δύναμη για να δουλεύουμε για να τρώμε για να παίρνουμε δύναμη να δουλεύουμε…”, όπως έγραφε κι ο Αμερικάνος συγγραφέας John Dos Passos

Αυτά τα εργαλεία όμως παραγωγής δεν μπορείς να τα αποκτήσεις μόνος σου ατομικά. Εδώ χρειάζεται μια άλλου τύπου αντίληψη. Μια αντίληψη κοινωνική.
Τα εργαλεία παραγωγής δεν μπορούν να είναι ατομικά, πρέπει να ανήκουν σε όλη την κοινωνία. Όπως τα νοσοκομεία, τα σχολεία, κι ότι τέλος πάντων έχει απομείνει στη σφαίρα της κοινής χρήσης.
Σήμερα επικρατεί το δόγμα ότι οι ιδιώτες είναι περισσότερο παραγωγικοί. Δουλεύουν καλύτερα. Και φέρνουν ανάπτυξη.
Φέρνουν ανάπτυξη σε ποιους;

Έχουμε ιδιωτικοποιήσει σχεδόν τα πάντα. Πως γίνεται οι περισσότεροι άνθρωποι να οδηγούνται περισσότερο στην ανέχεια και κάποιοι λίγοι να ψάχνουν τρόπους να κρύψουν τα φράγκα τους σε παραδείσους της φορολογίας;
Κι όμως όσο η ψαλίδα της ανέχειας των πολλών και της ευμάρειας των λίγων μεγαλώνει την απόσταση μεταξύ των λεπίδων της, τόσο ο δημόσιος χαρακτήρας των αγαθών βάλλεται με περισσότερο μένος.
Μην καταντήσουμε “σοβιετία” λένε υποτιμητικά, έχοντας ως πρότυπο τις δυτικές κοινωνίες. Αυτές τις κοινωνίες της εκμετάλλευσης του χρόνου των ανθρώπων. Όπου ο άστεγος, ο ξένος, ο ανάπηρος, ο ναρκομανής, η πόρνη, αυτός που δεν ήταν αρκετά τυχερός ή ικανός ώστε να γίνει έμπορος και να πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αυτός που το μόνο πράγμα που μπορεί να πουλήσει είναι η σωματική και πνευματική του δύναμη, να γίνει εργάτης άλλων δηλαδή, καταντά ένα κοινωνικό απόβλητο.
Όσο μπορεί και επιβιώνει θεωρείται αξιοπρεπής και όταν καταλήγει στο περιθώριο μετατρέπεται σ’ένα ανθρώπινο σκουπίδι.

Μας γαλούχησαν με τις αξίες του “ελεύθερου ανταγωνισμού”. Στο σχολείο, με τα διαγωνίσματα ανταγωνιζόμαστε για να πιάσουμε το άριστο. Λες και όλοι είμαστε καλοί σε όλα.
Κι όμως για να καταφέρουμε τα πιο απίθανα πράγματα οι άνθρωποι πρέπει να συνεργαστούμε.
Να εκτιμήσουμε και να αναγνωρίσουμε τις ικανότητες των άλλων ανθρώπων.
Προσοχή! Όχι να εκμεταλλευτούμε τις ικανότητες… Να τις αναγνωρίσουμε!
Οι δημιουργίες μας βασίζονται λοιπόν στην συνεργασία. Όχι στον ανταγωνισμό.
Και οι δημιουργίες μας πρέπει να ανήκουν σε όλους. Δείτε όμως…
Οι ιδέες και οι δημιουργίες μας γίνανε κι αυτές εμπορεύματα!
Περιορίστηκαν νομικά. Το πνευματικό δικαίωμα μετατράπηκε σε πνευματική ιδιοκτησία.
Η ιδέα δεν μοιράζεται, ούτε χαρίζεται εύκολα πλέον. Πουλιέται και αγοράζεται και μάλιστα ακριβά.
Η αγορά κατασπαράζει τα κοινά αγαθά. Βάζει φράχτες στην δημόσια σφαίρα και την μετατρέπει σε ιδιόκτητα χωραφάκια.
Τα χωραφάκια αυτά, πουλιούνται και αγοράζονται. Μπαίνουν σε νόμους προσφοράς και ζήτησης, ανεβοκατεβάζουν την αξία τους αυθαίρετα και καταλήγουν στους οικονομικούς μεγαλοχωραφάδες του σήμερα. Στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες.
Η φεουδαρχία δεν πέθανε ποτέ!

Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα άλλο τύπο κοινωνίας. Περισσότερο ανθρώπινο.
Βασισμένο στις ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες που οι άνθρωποι γνωρίζονται και ανέχονται ο ένας τον άλλον.
Βασισμένο επίσης στην συνεργασία των ανθρώπων με την διαχείριση των μέσων που παράγουν τα αναγκαία για την ζωή και την ευμάρεια να ανήκουν σε όλους και όχι σε κάποιους.
Βασισμένο στον σεβασμό και την αγάπη που έχει μια τοπική κοινωνία για την γενέτειρά της, κι όχι στα μεγάλα απρόσωπα κράτη ή ομοσπονδίες κρατών που ισοπεδώνουν την τοπικότητα άρα και την προσωπικότητα.
Βασισμένο στα “social commons”, τα κοινωνικά αγαθά δηλαδή.

Όλα αυτά σου θυμίζουν μήπως την ζωή σου; Περιγράφουν τον κόσμο σου;
Έχεις αρχίσει να αντιλαμβάνεσαι πως ο χρόνος συνδέει την ζωή σου με τον χώρο και τις κοινωνικές σου σχέσεις;
Αρχίζεις να ψηλαφίζεις την δυνατότητα για έναν άλλον κόσμο; Μια νέου τύπου κοινωνία;
Πως μπορούμε να φτάσουμε σε αυτήν;
Θα το μάθουμε στο επόμενο επεισόδιο.
Μέχρι τότε να κοιτάτε με άλλο μάτι τα ρολόγια σας!

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθρο«Ανώμαλη» προσγείωση για τον ΑΣ Καστοριάς
Επόμενο άρθροΤο φωτορεπορτάζ του Γράμμος Μαυροχωρίου – Μέγας Αλέξανδρος Καλλιθέας
Σάκης Καρανικολόπουλος
Ο Σάκης «Λύκος» Καρανικολόπουλος είναι ένας πολύ παράξενος τύπος! Δεν είναι δημοσιογράφος, αλλά πιστεύει ότι όποιος γράφει δημόσια, αυτόματα είναι και δημοσιογράφος. Σιχαίνεται τον ατομικισμό, την κουλτούρα δηλαδή του «πρώτα εγώ κι όλοι άλλοι για μένα», το πράσο όταν είναι βρασμένο, τους χυδαίους οικονομολόγους, τα κουνούπια, την υποκρισία και την τηλεόραση όταν κάνει ότι ενημερώνει. Αγαπάει ιδιαίτερα την αστυνομία, τους αναρχικούς, τους Έλληνες, τους αλλοδαπούς, τους Ρομά, τους Χριστιανούς Ορθόδοξους, τους Μουσουλμάνους, την Επιστήμη, τις αράχνες και πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους. Ασχολείται κυρίως με τον ελεύθερο χρόνο του και στον ελεύθερο χρόνο του κάνει ότι θεωρεί δημιουργικό. Τελευταία ασχολείται με κοινωνικά δίκτυα, με δημοτικά συμβούλια και τέτοια... Στόχος της ζωής του είναι να ορίσει το αόριστο, γι αυτό ο αγαπημένος του αριθμός είναι το «π». Αγαπημένη του έκφραση το «Αν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει να αρχίσεις από την αυλή σου».