Για τα καλοκαίρια που τελειώνουν

Αν είχα ποτέ το προνόμιο να φτιάξω το δικό μου καλοκαίρι, δεν θ΄ άλλαζα τίποτα απ΄όσα με  σοφία δημιούργησε η φύση. Θα άφηνα στη θάλασσα το μπλε και το πράσινο στα βουνά.

Της Μαρίας Πολίτη

Το μόνο που θα έκανα, θα ήταν να βάψω άσπρα, κάτασπρα τα ερειπωμένα και μισογκρεμισμένα σπίτια. Τον ουρανό θα τον άφηνα γαλάζιο. Ίσως να του αφαιρούσα λίγα γκρίζα σύννεφα. Θα ήθελα ο ήλιος απρόσκοπτα να ορίζει κάθε γωνιά του καλοκαιριού. Οι καλοκαιρινές μπόρες με ενοχλούν αφάνταστα. Εισβάλλουν βίαια, αγνοώντας την ιερή συμφωνία μεταξύ ήλιου και θάλασσας και διακόπτουν με τρόπο ενοχλητικό τη ραστώνη του καλοκαιριού.

Γιατί καλοκαίρι θα πει να αφήνεσαι στο γλυκό χάδι του ήλιου να στεγνώνει και την τελευταία στάλα αλμύρας, όταν βγαίνεις από τη θάλασσα. Να παραδίνεσαι στο ανελέητο άγγιγμα αυτών των παιχνιδιάρικων αόρατων ακτίνων που με θρασύτητα προσπαθούν να εισβάλουν και στον τελευταίο πόρο του δέρματός σου. Να λες ΄΄τώρα θα φυλακίσω μέσα μου όλο το φως και τη θέρμη του θεού Ήλιου ώστε να έχω αποθέματα για τις κρύες και σκοτεινές μέρες του χειμώνα΄΄.

Καλοκαίρι θα πει ξέγνοιαστες παιδικές φωνές, κάστρα και πύργοι φτιαγμένοι από άμμο, μα κι ένα αθώο, παραπονιάρικο κλάμα που τα βάζει με το άσπλαχνο κύμα, γιατί δε λογάριασε τον κόπο των μικρών, εργατικών χεριών. Ένα άλλο παιδί πιο πέρα κλαίει γιατί το απρόσμενο κύμα του στέρησε ότι πιο πολύτιμο του είχε χαρίσει το καλοκαίρι. Ένα μεγάλο, καλοσχηματισμένο κοχύλι , που θα του σφύριζε κρυφά το χειμώνα στ΄αυτί ότι το επόμενο καλοκαίρι δεν θ΄αργήσει.

Καλοκαίρι θα πει αμέτρητες  βουτιές και κολύμπι μέχρι τελικής πτώσεως. Πόσα δευτερόλεπτα μπορείς να κρατήσεις την ανάσα σου ενώ το νερό σε σκεπάζει σαν στοργικός μανδύας; Με πόσα μακροβούτια ορίζεις την προσπάθειά σου να αγγίξεις τον βυθό; Και αφού τον αγγίξεις, με πόσα μακροβούτια ορίζεις την προσπάθειά σου να τον εξερευνήσεις; Πόσα βότσαλα, πόσα κοχύλια και πόσα φύκια έχεις ανακαλύψει εκεί στα βαθιά; Πόσους θησαυρούς έχεις ανασύρει από ανεξερεύνητους βυθούς μ΄αυτή τη θριαμβευτική ματιά σου να κραυγάζει πως τώρα πια αντέχεις. Αντέχεις να ψάχνεις για σκουριασμένους θησαυρούς σε αχαρτογράφητα νερά. Τώρα πια δε σε λυγίζει η βαρύτητα και το άγνωστο. Είσαι έτοιμος για όλα. Κι αυτή τη σιγουριά στην έδωσε η θάλασσα. Αυτή σε δίδαξε να βουτάς. Αυτή σου έδωσε κουράγιο στις μεγάλες καταδύσεις της ζωής σου. Σ΄αυτήν οφείλεις την ικανότητά σου να επανέρχεσαι στην επιφάνεια μετά από κάθε μακροβούτι.

Καλοκαίρι θα πει να κοιτάς τ΄ αστέρια. Να μη βιάζεσαι να πας για ύπνο. Να αφιερώνεις κάμποσο από τον πολύτιμο χρόνο σου για να παρατηρείς εκστατικά αυτές τις μικρές κουκίδες φωτός που στολίζουν τον σκοτεινό ουρανό. Να ψάχνεις να βρεις την Μικρή και την Μεγάλη Άρκτο, τον Ωρίωνα κι αν χαθείς στο μέτρημα και σε βρει το πρωί, να δεις την Πούλια και τον Αυγερινό, να σου λεν καλημέρα. Αν, βέβαια, σταθείς τυχερός και σε λούσει πρώτο το φως του Αυγερινού, θα ενσταλάξει μέσα σου λίγη από τη μαγεία του. Θα κερδίσεις πολλές συμπάθειες και θα μάχεσαι για τις ιδέες και τα ιδανικά σου χωρίς να σ΄ενδιαφέρει η προβολή. Θα μεταλλαχτείς σ΄ένα σύγχρονο ιδεολόγο, φωτισμένο και απαλλαγμένο από τις μικρότητες και τις παλιοσυνήθεις του μάταιου τούτου κόσμου.

Καλοκαίρι θα πει έρωτας. Θα πει να νιώθεις την καρδιά σου να χτυπά σα να ΄σαι ξανά είκοσι χρονών. Μα αυτή τη φορά με τη βεβαιότητα ότι το τέλος του καλοκαιριού δεν θα φέρει δακρύβρεχτους αποχωρισμούς σε σταθμούς και σε λιμάνια. Αυτή η εποχή έχει μια μαγική ιδιότητα να ξαναγεννά ότι κοιμίζει ο χρόνος. Είναι, μάλλον, το αναζωογονητικό αεράκι που ξυπνά μνήμες. Είναι ο ήλιος που καταλαγιάζει κάθε θυμό. Είναι η ίδια η θάλασσα που ξαναβαφτίζει την αγάπη.

Όταν στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει, ψάχνω για καλοκαίρια. Καλοκαίρια που να τα ΄χουν όλα. Αέρηδες, μπουνάτσες, καύσωνες και κόντρα ανέμους. Οι κόντρα άνεμοι είναι πολύ πιο ανώτεροι από τους πρίμους. Σε μαθαίνουν να ταξιδεύεις. Κι αν, που και που, μέσα στα μάτια σου αναγνωρίσεις βαθιές σκιές, σήκωνέ τα στον ήλιο. Τα καλοκαίρια ζουν μέσα στους χειμώνες.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here