Στάσου μια στιγμή, να θυμηθώ…

Σαν το νερό περνούν τα χρόνια. Για να το λέει και να το ξαναλέει ο λαός μας τόσα χρόνια, κάτι παραπάνω θα ξέρει. Μια φράση που στα παιδικά αυτιά ακούγεται σαν σχήμα οξύμωρο.

Της Μαρίας Πολίτη

Έτσι και στα δικά μου παιδικά αυτιά αυτές οι λέξεις έχαναν την αξία τους μιας και η ζωή τότε ήταν όλη μπροστά. Ο δρόμος, ανηφόρα ή κατηφόρα, ήταν μόνο μπρος. Και όχι μόνο τα χρόνια δεν κυλούσαν σαν το νερό αλλά ο χρόνος έμοιαζε να περνά βασανιστικά αργά. Όλα τα όνειρα και οι επιθυμίες βιάζονταν να βρουν τη θέση τους στο αύριο.

Και τι κατάλαβα; Τα χρόνια πέρασαν και τώρα έχοντας ήδη καβατζάρει τα δεύτερα –άντα, αρνούμαι να συνειδητοποιήσω πόσο αμείλικτος στάθηκε ο χρόνος.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πως κύλησαν όλα.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ τη φωνή της μάνας μου, που φώναζε «Πρόσεχε παιδί μου» και μέσα σ΄αυτές τις τρεις λέξεις κρυβόταν ο κόσμος όλος.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ τα χέρια της μάνας μου, που με στήριζαν στα πρώτα μου βήματα. Αυτή μου έδειξε τον τρόπο να περπατώ. Όχι να στέκομαι. Να περπατώ. Να αψηφώ τα εμπόδια, να υπολογίζω τον κίνδυνο, να παίρνω τα μέτρα μου, αλλά να περπατώ. Ένα ατέλειωτο πήγαινε-έλα η ζωή. Ένα σκληρό αλισβερίσι ανάμεσα στα θέλω και τα μπορώ. Κι όμως αυτή μου έμαθε να ζυγίζω σωστά τα πράγματα, αν και πάντα η δική της ζυγαριά έγερνε περισσότερο προς το όφελος των άλλων και λιγότερο προς το δικό της.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πως ξαγρυπνούσε πάνω από το μαξιλάρι μου, όταν με έλουζε ο πυρετός. Πως τα μαγικά της χέρια έδιωχναν μακριά κάθε κακό όνειρο. Για χρόνια πίστευα πως αυτή η ροζ αντιβίωση με γεύση φράουλα, ήταν συνταγή της μάνας μου. Νόμιζα ότι αυτή την είχε φτιάξει τόσο γλυκιά, για να διώχνει εκτός από τον πυρετό και κάθε κακή σκέψη.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ το γέλιο της, όταν με κρατούσε αγκαλιά. Η αλήθεια είναι πως είχε πολλές έγνοιες και δουλειές, μα το στοργικό και γεμάτο συγνώμες βλέμμα της το βράδυ, όταν μ΄έβαζε για ύπνο, την αθώωνε για κάθε της απουσία.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ την επιμονή της να με μάθει να κεντάω. Δεν μου άρεσε καθόλου το κέντημα, προτιμούσα να χάνομαι στις σελίδες κάποιου βιβλίου ή να ακούω την αγαπημένη μου μουσική, αλλά κανείς δε γλυτώνει από τα σχέδια της μάνας του. Έτσι κι εγώ έμαθα να κεντώ για χάρη της. Εννοείται ότι αυτό κράτησε μέχρι να βγάλω το δημοτικό.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πόσο σπουδαίο ήταν γι΄αυτήν, να γίνω μια καλή και σωστή νοικοκυρά. Να μάθω να μαγειρεύω, να φτιάχνω γλυκά και να κρατάω το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο. Μέχρι τότε δε γνώριζα ότι υπάρχει πρωτόκολλο για το  άπλωμα των ρούχων, το σιδέρωμα και τον ψυχαναγκαστικό τρόπο που αυτά τοποθετούνται στη ντουλάπα.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πως καμάρωνε όταν έπαιρνα καλούς βαθμούς στο σχολείο. Πόσο περήφανη ένιωσε όταν κράτησα τη σημαία στην παρέλαση κι ας μη μου το είπε ποτέ. Δεν ήθελε να πάρουν τα μυαλά μου αέρα.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πως κόρδωνε το μικρό της ανάστημα στη φωτογραφία που βγάλαμε, όταν πήρα το πτυχίο μου. «Πάρε αυτά και πήγαινε να πάρεις ένα φουστάνι της προκοπής για την ορκομωσία», μου είπε βάζοντάς μου στο χέρι τις τελευταίες της οικονομίες. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Γινόταν η μνήμη μου για όλα αυτά που εγώ ξεχνούσα.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πόσο με βοήθησε, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί. Αυτή μ΄έμαθε να το κρατάω, να το κάνω μπάνιο και να διαλέγω όλα εκείνα τα βότανα που απάλυναν κάθε πόνο.

Στάσου, μια στιγμή να θυμηθώ πως όταν έγινα η ίδια μάνα , ένιωσα για πρώτη φορά, στ’ αλήθεια τι θα πει να είσαι μάνα. Ένιωσα τι θα πει ανιδιοτελής αγάπη, τι θα πει ευθύνη, φροντίδα και φόβος. Τότε μόνο κατάλαβα τι είχε περάσει η δική μου μάνα για να με μεγαλώσει. Τότε μόνο κατάλαβα την τεράστια ευθύνη, να είσαι γονιός και μάλιστα καλός. Γιατί μου έμαθε να κοιτάω μπροστά, να μη μ΄ενδιαφέρει τι κάνουν οι άλλοι και αν και όποτε μπορώ να βοηθώ όπου πρέπει και χρειάζεται. Έτσι έμαθα να κοιμάμαι ήσυχη τα βράδια και ο ύπνος μου να μη βαραίνει από αδιακρισίες κι εφιάλτες.

Σήμερα καθώς γύριζα από τη δουλειά σταμάτησα σ΄ένα παρεκκλήσι ν΄ανάψω ένα κεράκι. Έχω μια ανησυχία ότι κάτι δεν πάει καλά. Θέλοντας να καθησυχάσω τους φόβους μου προσπαθώ να εξευμενίσω τα Θεία. Μοναδικό μέσο η προσευχή. Στο μανουάλι υπάρχουν τρία κεριά που έχουν σβήσει από το φύσημα του αέρα. Παίρνω τα σπίρτα, ανάβω το κερί μου και έπειτα τα άλλα τρία. Ελπίζω και εύχομαι το φως των κεριών να διαλύσει κάθε σκοτάδι. Ελπίζω και εύχομαι η φλόγα των κεριών να φωτίζει κάθε κρυφή μας επιθυμία. Στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι συνηδειοποιώ ότι κρατώ στο χέρι μου το μισοκαμμένο σπίρτο. Χωρίς να το θέλω σκέφτομαι ότι κάπως έτσι είναι και η ζωή. Όση «κάψαμε» ελπίζω να την «κάψαμε» σωστά. Όσο για τη μεγάλη φλόγα που κρατάει ώσπου να καεί το σπίρτο ολόκληρο, έχουμε ακόμα δρόμο.

«Οι φωτιές πρέπει να καίγονται στο σωστό χρόνο και στη σωστή εποχή», έλεγε η μάνα μου και όπως συμβαίνει από καταβολής κόσμου, οι μάνες έχουν πάντα δίκιο.

«Μάνα σ΄ευχαριστώ για όλα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here